Ypogeo/Υπόγειον

lunedì 4 maggio 2020


Η ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ`
Στη Παναγιά, στο εικονοστάσι,
με δάκρυα, το πάτωμα να βρέξεις,
τα δένδρα να ποτίσεις, με δάκρυα.
Λιβάνι ανατολίτικο καλό,
στο θυμιατό να βάλεις,
με μυρωδιές και σκέψεις,
της εκκλησιάς η σιωπή ν`ανθίσει.
Άναψε πάλι τα καντήλια,
βάλε και λάδι, βάλε και φως στη νύχτα,
γονάτισε, όπως παλιά οι κουρασμένοι κάναν,
και με το νου σου μέτρησε τους δρόμους,
τους δρόμους και τους κόπους
και το αίμα των ανθρώπων.
Άφησε την καρδιά σου να χτυπά,
Ελεύθερη, σαν τα πουλιά πού ψάχνουν και χάνονται.
Ψάχνοντας να βρουν τού ουρανού την άκρα,
και της ζωής τα σύνορα και το ουράνιο τόξο,
πέρα απ` τον ορίζοντα, τον μακρινό.
γ.σ.δ. 4`17

domenica 26 aprile 2020

SENZA TITOLO ( ma pensando a San Giorgio)
Il Cavaliere apri la porta,
vecchia, di vecchio legno,
entro nella chiesa, di calce bianca,
dentro e fuori.
Stanco, molto stanco.
Profumi d’incenso e cera d’api e basilico,
nell’aria.
Camminò, lentamente, fino all'iconostasi.
Qualche passo, piccola era la chiesa.
Fuori, la voce del mare parlava.
Anche il vento parlava, tra gli alberi,
la sua voce, raccontava vecchie storie,
storie di uomini e di marinai.
Il resto era silenzio.
Solo il sole rideva.
Il Cavaliere si inginocchiò, lentamente,
posò la sua amata spada di fianco,
sul pavimento di pietra.
Le luci delle candele giocavano con l’acciaio.
Cristo lo guardava, severo, dall’alto.
San Giorgio uccideva il drago !
La fanciulla era ancora incatenata sulla roccia.
Il Cavaliere piegò la testa, lentamente,
lacrime scendevano dal suo viso,
bagnavano l’acciaio e le pietre.
Rimase in silenzio, in ginocchio, a lungo.
Forse pregava.
Chinò la testa di più.
Cristo lo guardava, severo.
San Giorgio uccideva il drago !
La voce del mare e del vento,
nutriva l’aria, di silenzio.
γσδ/18
Γεια τούς φίλους μου τους Έλληνες, λίγες διαφορετικές σκέψεις, πιο κοντά στη καρδιά και την περιπέτεια της ζωής, της ζωής εμάς των Ελλήνων

ΤΟ ΕΞΩΚΛΉΣΙ
Στη Παναγιά, στο εικονοστάσι,
Με δάκρυα, το πάτωμα να βρέξεις,
Τα δένδρα να ποτίσεις, με δάκρυα.
Λιβάνι ανατολίτικο, καλό,
στο θυμιατό να βάλεις,
με μυρωδιές και σκέψεις,
της εκκλησιάς η σιωπή ν`ανθίσει.
Σταυρό, Κερί. Λιβάνι και Βασιλικό.
Στις εικόνες βάλε.
Ύστερα φύγε, φύγε μακριά.
Βουνά και θάλασσες και ποταμούς,
Άφησε πίσω σου.
Μετάλαβε σε ξένους τόπους, αν θες.
Στα μονοπάτια και τους δρόμους σου,
Πάντα το Εξωκλήσι να θυμάσαι.
Και την επιστροφή μην βγάζεις απτό νου σου.
Ίσως, αν είσαι τυχερός, θα ξαναρθείς,
Πάλι ν΄ανάψεις τα καντήλια τα παλιά.
Σε περιμένουν

sabato 28 marzo 2020

PERSEFONE

Ho visto,
ho visto correre il vento, forte
Piegava l’erba verde, docile alle sue carezze.
Benediceva il mondo spargendo petali,
petali di colori stupendi e unici,
petali strappati dagli alberi in fiore.
Il sole, nella sua perenne liturgia,
seminava oro e argento e luce.
Il suo carro splendente incendiava l’azzurro del cielo.
Dio Apollo celebrava la vita, ogni giorno, dall'alba,
l’alba rosata, fino all’oceano blu e la notte.
Ho visto,
ho visto il vento scorrere attraverso i suoi capelli.
Si piegavano e si rialzavano, cantavano!
Il sole, con le sue ombre, giocava con loro.
Ho visto,
ho visto mia madre benedire, il mondo intero,
Ho visto,
ho visto spargere l’acqua benedetta sugli alberi in fiore.
Ebbrezza, senza vino rosso,
euforia, fatta di luce e di vento.
Danzano i figli della terra alla musica di Eolo,
Persefone è tornata, cantano!
Ha lasciato lo sposo con le anime dei morti, solo.
E’ tornata dalla madre Demetra,
ha fatto rifiorire la terra di speranza,
ha fatto risalire la vita dagli inferi neri,
ha fatto ritornare sorriso e calore nelle anime.
I semi di melograno hanno fatto radici, nel suo ventre.
Sono fermo, immobile, immerso nel mondo sconosciuto,
il mio mondo, me stesso e l’anima mia,
il vento mi parla e canta canzoni antiche.
Ora ho un calice di vino rosso in mano e penso.
Penso a tutti gli amici che non possono bere più,
agli amici ritornati terra e polvere,
ritornati alberi e uccelli, nei mie sogni.
Penso a loro e verso qualche goccia di vino,
sulla nuda terra, per le loro anime perse.
Le loro labbra assettate di vita, ringraziano!
Un refolo di vento improvviso mi copre di petali,
l’albero fiorito e le anime degli amici ringraziano.
Il mio calice di vino rosso ora è increspato di petali,
è vivo, scintilla di luce trasparente dipinta di rosso.
Lo porto alle labbra e bevo,
Bevo agli infiniti cerchi della vita,
Bevo al viaggio nell'eternità.

domenica 22 marzo 2020

La nave con i sogni



Το καράβι με τα όνειρα  .(la nave con i sogni)

Καπετάνιε, τα όνειρα τα φόρτωσες;
Τρέχει ο καιρός, τρέχει πιο γρήγορα από μας.
Καπετάνιε, να φύγομε, γρήγορα, τώρα!
Φεύγει ο καιρός.
Περιμένει ο ορίζοντας, μας περιμένει.
Σήκωσε τα πανιά, να φύγομε,
Τ'άσπρα πανιά, τα όμορφα, τα καλοξομπλιασμένα,
Με τα μεγάλα τα πουλιά και τις γοργόνες,
Με τα δελφίνια και τα νησιά τα εξωτικά!
Καπετάνιε, στον αέρα τα πανιά!
Σήκωσε τα πανιά, να φύγομε.
Τα όνειρα δεν περιμένουν, είναι σαν τα πουλιά.
Βγήκαμε από το λιμάνι, το καλό και απάνεμο?
Κύματα, και φουρτούνες όμορφες, μας περιμένουν,
Και θάλασσες πλατιές και άγνωστοι τόποι.
Καπετάνιε, πολλά τα λόγια.
Τα όνειρα είναι ακριβά, με μάλαμα φτιαγμένα,
Και ασήμι και πέτρες ακριβές.
Σε ξένους τόπους εμπόριο καλό θα κάμουμε.
Τα όνειρα, πάντα μεγάλη αξία έχουν, Καπετάνιε!
Θα πάμε μακριά, πολύ μακριά, σε ξένους τόπους.
Πολιτείες μεγάλες και παλιές θα βρούμε,
Πολλά θα μάθουμε και μυρωδιές πολλές θα ζήσουμε,
Με χρώματα και αρώματα εξωτικά και ξένα.
Όταν γυρίσουμε, μετά από καιρό και χρόνια,
Και αν τα κατάρτια μας είναι σπασμένα,
Δεν πειράζει, η ώρα η καλή.
Και αν τα πανιά μας, σκισμένα παίζουν στον αέρα,
Δεν πειράζει, η ώρα η καλή.
Και αν κανείς δεν θα μας περιμένει, στο λιμάνι,
δεν πειράζει, η ώρα η καλή.
Δεν πειράζει, Καπετάνιε, η ώρα η καλή.
γ.σ.δ

lunedì 30 dicembre 2019

Ο ΚΑΙΡΟΣ


Ο ΚΑΙΡΟΣ

Άκουσε μάτια μου.

Ο Θάνατος και η Ζωή,
αγκαλιασμένοι πάνε,
θερίζουν και αλωνίζουνε,
στους ανθισμένους κάμπους.
Λουλούδια και ψηλά δεντρά,
κόβουν και καταστρέφουν,
και ύστερα βάζουνε φωτιά και
αστροπελέκια ρίχνουν.

Άκουσε μάτια μου γλυκιά.

Στα αλώνια μέσα τα παλιά,
τα μαρμαροχτισμένα,
το αίμα και τα όνειρα,
δεμάτια καμωμένα.
Πονούν ψυχές,
πονούν καρδιές,
κλαίνε τα παλικάρια,
εγκλείσανε οι δρόμοι μας,
δεν έχει ούτε λαγκάδια.

Άκουσε μάτια μου καλά.

Ήρθανε η νύχτα και η βροχή,
Ήρθε και το χαλάζι,
εφύγανε και τα πουλιά,
και η γης αναστενάζει.
Στερέψανε τα δάκρυα,
και οι βρύσες εχαλάσαν,
ήρθε ο καιρός της μοναξιάς,
χωρίς ψυχή και πάθια.

Άκουσε μάτια μου όμορφα.

Πολλοί ανθρώποι ήρθανε,
πολλοί ανθρώποι εφύγαν,
στα παραμύθια τα παλιά,
ξεκούραση δεν βρήκαν.
Παιγνίδια επαίξαν τρομερά,
στα μαρμαρένια αλώνια,
πολλές φορές στο γόνατο εβάλανε το χάρο,
μα πάντοτε, στα ύστερα, εκείνος ενοικούσε.

Άκουσε μάτια μου.

Τον βάζουν κάτω μια φορά,
τον βάζουν κάτω δέκα,
τον βάζουν κάτω εκατό,
μ' αυτός πάντα νικούσε.
Και ύστερα γράψανε χαρτιά,
εγγράψαν και βιβλία,
όνειρα τα γεμίσανε, ελπίδες και χρυσάφι,
παλάτια εκάμανε πολλά,
στους ουρανούς τα χτίσαν.

Άκουσε μάτια μου όμορφα

Χωρίς αλέτρι και πανιά,
οργώσανε τον κόσμο,
στον ουρανό και τ'αστρα,
όνειρα εσπείραν και πολλές ελπίδες.
Αναστενάζει ο χάρος,
σκοτώνει ο χάρος και νικά,
πάντα νικά,
μα ανθρώποι δεν πεθαίνουν.
Γράφουν τραγούδια και όνειρα,
Στα δειλινά χορεύουν,
στα αλώνια τα παλιά,          
και θύμησες σαν τα βουνά,
πλέκουν και τραγουδούνε.

Άκουσε αγάπη μου όμορφη

Ο Θάνατος και η Ζωή,
αγκαλιασμένοι πάνε,
με δάκρυα και όνειρα,
στιγμές, λιμάνι, ψάχνουν,
χωρίς αέρα, απάνεμο,
να δέσουν το καράβι,
να βρουν της λήθης το νερό,
να πιουν και να ξεχάσουν.

γ.σ.δ.
στην Μαρία μας

domenica 1 dicembre 2019

La metafora della Vita


LA COPPA

Non è una coppa di cristallo.
Non è trasparente, ne scintillante.
È vecchia, antica come la stessa vita.
È di coccio, sporco e scheggiato!
Έ di legno, scura, dal tempo segnata!
Malandata e scheggiata dalla vita, è.
La Coppa, la coppa della Vita!
Gioie e dolori, è piena.
In mezzo all'aia di marmo bianco,
Unica e sola, aspetta!
Aspetta, aspetta sempre il prossimo.
Il prossimo passante, in silenzio.
Nessuno passa, senza bere!
Avanti, avanti gente,
avanti il prossimo, avanti un altro...
Il prossimo, il prossimo passante.
La coppa aspetta, aspetta il prossimo.
La Coppa della Vita, aspetta!
La Coppa!

gsd Perastikos

mercoledì 27 novembre 2019


ΑΣΠΑΣΙΑ

Χτυπά ο αέρας δυνατά, φυσά και τρέμει ο κόσμος.
Κλαίνε τα παραθύρια και αναστενάζουν τα δεντρά, στο κήπο
Έφυγαν όλοι και δεν τα κλείσανε καλά, τα παραθύρια.
Τώρα το σπίτι, τα παραθύρια, τα δεντρά και οι πόρτες,
όλα στενάζουν και πονούν στην μοναξιά τους.
Στενάζουνε, πονούν και κλαίνε.
Η Κυρά Ασπασία, μέσα από μένα κοίταζε τον κόσμο,
τη θάλασσα και τ'άστρα, λέει το παραθύρι...
Έφυγε ξαφνικά την νύχτα, είπαν οι συγγενείς την άλλη μέρα,
και με άφησε ανοιχτό.
Κυρά Ασπασία, στα παραθύρια, στις πόρτες, στα λουλούδια της αυλής,
σε όλους λείπεις, όλοι σε ψάχνουν, όλοι σε ζητούν.
Και τα λουλούδια, απότιστα απομείναν, ξεράθηκαν.
Μα λείπεις πιο πολύ στη παραθιά σου και στον καθρέπτη τον παλιό.
Τα όμορφα σου τα μαλλιά, και ας ήταν άσπρα,
κάθε πρωί τα χτένιζες, με το χτενάκι το παλιό,
δώρο της Μάνας σου.
Και τον ρωτούσες, τον καθρέπτη, αν ήσουν πάντα όμορφη και ωραία!
Και η παραθιά σου αμοναχή κ'αυτή, με στενοχώρια, κάθε βράδυ.
Φωτιά δεν έχει και πάντα κρύα είναι, κανένα δεν ζεσταίνει πια
Και ο λύχνος ο παλιός, και αυτός, δεν έχει λάδι,
Το ξόδεψε φωτίζοντας τη μοναξιά της νύχτας.
Κυρά Ασπασία, πού πήγες και μοναχούς μας άφησες;
Δεν το φοβάστε τον Θεό, Κυρά Ασπασία;
gsd