Ypogeo/Υπόγειον

mercoledì 11 febbraio 2026


 

Lo straniero

Buongiorno giovane Amico!

Da dove vieni, non ti conosciamo,

non ti abbiamo mai visto prima.

Sei uscito fuori dal bosco, ma non correvi.

Siediti vicino a noi, tra di noi, usa questo sgabello di legno.

Vuoi dell'acqua?

Bevi una coppa d'acqua e del nostro pozzo!

Preziosa, ma c'è per tutti, anche per i passanti come te.

Che tu sia benvenuto figlio!

L'acqua, nella coppa di legno scolpito, era freschissima.

Vuoi anche un pezzo del nostro pane?

Il nostro pane è duro lo devi bagnare prima.

L'Uomo davanti a me era alto, più alto di me,

con la barba e i cappelli bianchi, una figura ieratica...

Era scalzo, come tutti gli altri, parlava solo lui.

Tutti gli altri ascoltavano in silenzio e mi guardavano,

mi scrutavano, mi studiavano, dalla testa ai piedi.

Ero l'unico completamente vestito e con le scarpe...

Sei così diverso da noi, Sei caduto dal cielo, figlio?

Per noi sei come un masso rotolato dalla montagna!

Stai male, hai avuto una malattia?

Il tuo colore lo usano i nostri bambini per giocare...

Figlio mio, perché tu sei bianco e noi neri?

venerdì 6 febbraio 2026


 

ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΣ
Βαθύς ο Στοχασμός,
τα λόγια ακριβά και λίγα!
Πώς να σου γράψω μήνυμα;
Πώς να σου γράψω λόγια;
Πώς να σου πλέξω χρώματα και αρώματα μαζί;
Κλωστές παλιές και η τέχνη ξεχασμένη!
Παιγνίδια πάλι με το Νου, ο εχθρός μου,
με της βροχής τα δάκρυα, παλάτια χτίζει, πάλι.
Όνειρα πυρπολημένα, απ΄ τον καιρό,
και μονοπάτια άγραφα και αόριστα,
χωρίς αρχή και τέλος, μόνο ανήφορος.
Ξέχασα τους παλιούς τους δρόμους,
ξεπέρασα τα σύνορα του ορίζοντα!
Ψάχνω ακόμη ένα μικρό κ΄ απάνεμο λιμάνι,
Πέτρινο σπίτι, μικρό, με κήπο και πηγάδι,

και με με γλυκό νερό, αν βρεθεί.

Ψάχνω για γνώριμες φωνές, έστω και κουρασμένες,
ψάχνω χαμόγελο στα πρόσωπα τα γνώριμα.
Ψάχνω και πάντα ελπίζω, ίσως, να τα συναντήσω.
Να τα ξαναβρώ, πέρα από τον άλλο ορίζοντα...
Πρέπει ν΄ ανθίσουν τα φυτεμένα δένδρα,
πρέπει να μεγαλώσουν να κάμουν ίσκιους,
μεγάλους ίσκιους, να ξεκουράζομαι!
Μαζί με τα πουλιά και εγώ και οι διαβάτες,
οι κουρασμένοι, οι περαστικοί, οι ξυπόλυτοι, οι ξεχασμένοι...
Όλοι οι άλλη, χωρίς ονόματα και πανοπλίες ,
Oι Εργάτες του ατέλειωτου δρόμου της Ζωής !

domenica 1 febbraio 2026

 


Ο Γέρος, (και η σιωπή έχει αναμνήσεις)

 

Φωθιά στη παραθιά,

και ο Γέρος στη ξύλινη καθέγλα,

κάθεται και θυμάται, τα παλιά.

Τα νιάτα του,

τα γλέντια του,

του έρωτα τα χάδια.

Τα κάρβουνα σαλέβγει,

και τη φωθιά ρωτά, θέλει να μάθει.

Τα μυστικά του κόσμου,

τους κύκλους της ζωής,

του ήλιου τα καμώματα,

του ανέμου τα γυρίσματα...

Σιγοκοιμάται και ταξιδεύει ο Γέρος.

Τις θύμισες περνά στο κομπολόι,

μια, μια, σαν χάντρες κόκκινες,

σαν τις φουρτούνες της ζωής,

σαν το χορό της νύφης...

Σιγοκοιμάται και παίζει με τα κάρβουνα.

Του απαντά η φωθιά,

του δείχνει δρόμους άγνωρους,

θάλασσες και μονοπάτια,

λιμάνια ανεμόδερτα,

μπαχαρικά στον ήλιο να στεγνώνουν...

Και μυρωδιές και αρώματα!

Σιγοκοιμάται και ταξιδεύει ο Γέρος.

Οι φλόγες της φωθιάς τα μυστικά του λένε.

Σε άλλη γλώσσα, δυστυχώς,

άγνωστη και κλεμμένη.

Σιγοκοιμάται ο Γέρος, και θυμάται.

Παίζει με της φωθιάς τα κάρβουνα,

ακούει τις φλόγες και ταξιδεύει, πάλι!

g.s.d.

 

ΥΓ:  ''Ο Γέρος ακούει τις φλόγες και σε κάθε σπίθα σου δείχνει έναν κόσμο που δεν μπορεί να ξεχαστεί. Ακόμα και η σιωπή έχει αναμνήσεις''