ΑΣΠΑΣΙΑ
Χτυπά ο αέρας δυνατά, φυσά και τρέμει ο
κόσμος.
Κλαίνε τα παραθύρια και αναστενάζουν τα δεντρά, στο κήπο
Έφυγαν όλοι και δεν τα κλείσανε καλά, τα παραθύρια.
Τώρα το σπίτι, τα παραθύρια, τα δεντρά και οι πόρτες,
όλα στενάζουν και πονούν στην μοναξιά τους.
Στενάζουνε, πονούν και κλαίνε.
Η Κυρά Ασπασία, μέσα από μένα κοίταζε τον κόσμο,
τη θάλασσα και τ'άστρα, λέει το παραθύρι...
Έφυγε ξαφνικά την νύχτα, είπαν οι συγγενείς την άλλη μέρα,
και με άφησε ανοιχτό.
Κυρά Ασπασία, στα παραθύρια, στις πόρτες, στα λουλούδια της αυλής,
σε όλους λείπεις, όλοι σε ψάχνουν, όλοι σε ζητούν.
Και τα λουλούδια, απότιστα απομείναν, ξεράθηκαν.
Μα λείπεις πιο πολύ στη παραθιά σου και στον καθρέπτη τον παλιό.
Τα όμορφα σου τα μαλλιά, και ας ήταν άσπρα,
κάθε πρωί τα χτένιζες, με το χτενάκι το παλιό,
δώρο της Μάνας σου.
Και τον ρωτούσες, τον καθρέπτη, αν ήσουν πάντα όμορφη και ωραία!
Και η παραθιά σου αμοναχή κ'αυτή, με στενοχώρια, κάθε βράδυ.
Φωτιά δεν έχει και πάντα κρύα είναι, κανένα δεν ζεσταίνει πια
Και ο λύχνος ο παλιός, και αυτός, δεν έχει λάδι,
Το ξόδεψε φωτίζοντας τη μοναξιά της νύχτας.
Κυρά Ασπασία, πού πήγες και μοναχούς μας άφησες;
Δεν το φοβάστε τον Θεό, Κυρά Ασπασία;
Κλαίνε τα παραθύρια και αναστενάζουν τα δεντρά, στο κήπο
Έφυγαν όλοι και δεν τα κλείσανε καλά, τα παραθύρια.
Τώρα το σπίτι, τα παραθύρια, τα δεντρά και οι πόρτες,
όλα στενάζουν και πονούν στην μοναξιά τους.
Στενάζουνε, πονούν και κλαίνε.
Η Κυρά Ασπασία, μέσα από μένα κοίταζε τον κόσμο,
τη θάλασσα και τ'άστρα, λέει το παραθύρι...
Έφυγε ξαφνικά την νύχτα, είπαν οι συγγενείς την άλλη μέρα,
και με άφησε ανοιχτό.
Κυρά Ασπασία, στα παραθύρια, στις πόρτες, στα λουλούδια της αυλής,
σε όλους λείπεις, όλοι σε ψάχνουν, όλοι σε ζητούν.
Και τα λουλούδια, απότιστα απομείναν, ξεράθηκαν.
Μα λείπεις πιο πολύ στη παραθιά σου και στον καθρέπτη τον παλιό.
Τα όμορφα σου τα μαλλιά, και ας ήταν άσπρα,
κάθε πρωί τα χτένιζες, με το χτενάκι το παλιό,
δώρο της Μάνας σου.
Και τον ρωτούσες, τον καθρέπτη, αν ήσουν πάντα όμορφη και ωραία!
Και η παραθιά σου αμοναχή κ'αυτή, με στενοχώρια, κάθε βράδυ.
Φωτιά δεν έχει και πάντα κρύα είναι, κανένα δεν ζεσταίνει πια
Και ο λύχνος ο παλιός, και αυτός, δεν έχει λάδι,
Το ξόδεψε φωτίζοντας τη μοναξιά της νύχτας.
Κυρά Ασπασία, πού πήγες και μοναχούς μας άφησες;
Δεν το φοβάστε τον Θεό, Κυρά Ασπασία;
gsd