Ypogeo/Υπόγειον

martedì 20 febbraio 2024

 


Τα ποντοπόρα πλοία.


Τα αρχαία καράβια, ἐν πλῷ, αλλάξαν γνώμη.
Με άγνοια του Κυβερνήτη βέβαια!
Ούτε το πλήρωμα ήταν εν γνώση.
Τα ίδια τα πλοία, μεγάλα και μικρά, το αποφάσισαν.
Έλεγαν μεταξύ τους, στα κρυφά,

χωρίς τηλέγραφο, ασύρματο και κόρνες,

χωρίς σινιάλα σημαιών και άλλα χρώματα,
ότι το ποιό παλιό καράβι είδε ένα όνειρο.
Όχι όλα, τα περισσότερα το πιστεύουν,
το πιστεύουν και το λένε δυνατά, τώρα.
Ίσως να ζήλεψαν τους γλάρους, ίσως!
Αλλά και λένε, ότι βαρέθηκαν τον πόλεμο,
βαρέθηκαν  τους αγώνες και τον αιώνιο πόλεμο,
με τα κύματα και τους ανθρώπους.
Αποφάσισαν, σε μεγάλη ολομέλεια
στα ανοιχτά τα πέλαγα της θάλασσας,
ζωή να αλλάξουν, μυστικά και αδιάφορα.
Ένας γέρος πολυτεχνίτης, μαραγκός και μάγος,
τους φύτεψε φτερά, επάνω στο ζωστήρα τους,
όμορφα και μεγάλα, σαν τα φτερά των γλάρων!
Έβαλαν όμορφα, μεγάλα και πολύχρωμα πανιά.
Σημαίες και ταινίες χρωματιστές, πολλές
για να μιλούν με τον αέρα και τα σύννεφα.
Τώρα χαρούμενα πετούν πάνω από τις θάλασσες,
παρέα με τα σύννεφα και τα όνειρα.
Ξαφνικά, μια δυνατή φωνή, διάπλατα, σκίζει τον αέρα.
''Αυτό το καραβάκι με τα κόκκινα πανιά,
γιατί έμεινε με τη θάλασσα και τους ανθρώπους'';
Είναι ένας γέρος ασπρομάλλης Καπετάνιος,
καυχιέται πως είναι απόγονος του Ποσειδώνα.
και το καράβι του παλιό, ξύλινο, καλοφτιαγμένο,
το αγαπά, κοιμάται ακουμπισμένος στο κατάρτι του...
Μαζί, νύχτες και μέρες κοιτούν τον ήλιο,
το φεγγάρι, τα άστρα και μελετούν.
Με φαντασίες και όνειρα ταξιδεύουν, μακριά!
Τώρα μόνο οι κωπηλάτες είναι απελπισμένοι.
Κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλο,
κλαίνε και αγκομαχούν δυστυχισμένοι,
με τα κουπιά τα ξύλινα αγκαλιά.
Μόνο τα όνειρα, τους έχουν μείνει.
Τώρα, πετούν ασταμάτητα, πέρα και μακριά,
πέρα από τους γνώριμους ορίζοντες.
Καράβια και κωπηλάτες, μαζί, ψάχνουν!

Ψάχνουν να βρούν, αν υπάρχουν, ἀλλους ουρανούς.

Ψάχνουν να βρουν, άλλα όνειρα,

άλλους ορίζοντες, άλλα χρώματα,
άλλα δειλινά, και αν τους συναντήσουν,
άλλους ανθρώπους, καλημέρα να τους πουν!
Με την ελπίδα ότι, ισως, να τους καταλάβουν...