Ypogeo/Υπόγειον

mercoledì 17 giugno 2026

 


Πόλεμος πάντων πατήρ

Περνώντας βιαστικά,

Δεν είδα, αλλά άκουσα να λένε!

Ένα παλικάρι, ξυπόλυτο και γονατιστό,

με τ' άρματα του στη σειρά, μπροστά του,

το ένα πλάι στο άλλα, στη γραμμή,

να προσεύχεται!

Όρθιος δίπλα του, μαυροφορεμένος,

ένας θρησκευτικός Λογόβγανε; καθήκον σου να κάμεις,

Υπέρ βωμών και εστιών!

Μην φοβάσαι, στον παράδεισο θα πας.

Αν ηρωικά την πόρτα θα περάσεις,

αγάλματα σου κάνουν, ίσως και ένα δρόμο,

στο όνομα σου!

Το παλικάρι σιωπηλό, ήταν μακριά,

με το νου και τα όνειρα του, ταξίδι πάει.

Έπινε ρακή, χόρευε, γελούσε, τραγουδούσε

στην αγκαλιά της νύφης!

Δεν είδα, αλλά άκουσα να λένε!

Ένα άλλο παλικάρι, μακριά, σε άλλο ξένο τόπο,

γονατιστό, με τ' άρματα του στη σειρά...

Όρθιος δίπλα του, ένας θρησκευτικός μαυροντυμένος

διάβαζε τους δικούς του νόμους.

Το καθήκον σου να κάμεις,

Υπέρ βωμών και εστιών!

Έκλεγε το παλικάρι, σιωπηλά,

έκλεγε και για το παλικάρι που ποτέ δεν γνώρισε!

Δεν είδα, αλλά άκουσα να λένε,

Για δυο Μανάδες, μαυροφορεμένες,

να δακρύζουν και να κλαίνε

γονατιστές μπροστά σε δυο παλιές φωτογραφίες ...

mercoledì 11 febbraio 2026


 

Lo straniero

Buongiorno giovane Amico!

Da dove vieni, non ti conosciamo,

non ti abbiamo mai visto prima.

Sei uscito fuori dal bosco, ma non correvi.

Siediti vicino a noi, tra di noi, usa questo sgabello di legno.

Vuoi dell'acqua?

Bevi una coppa d'acqua e del nostro pozzo!

Preziosa, ma c'è per tutti, anche per i passanti come te.

Che tu sia benvenuto figlio!

L'acqua, nella coppa di legno scolpito, era freschissima.

Vuoi anche un pezzo del nostro pane?

Il nostro pane è duro lo devi bagnare prima.

L'Uomo davanti a me era alto, più alto di me,

con la barba e i cappelli bianchi, una figura ieratica...

Era scalzo, come tutti gli altri, parlava solo lui.

Tutti gli altri ascoltavano in silenzio e mi guardavano,

mi scrutavano, mi studiavano, dalla testa ai piedi.

Ero l'unico completamente vestito e con le scarpe...

Sei così diverso da noi, Sei caduto dal cielo, figlio?

Per noi sei come un masso rotolato dalla montagna!

Stai male, hai avuto una malattia?

Il tuo colore lo usano i nostri bambini per giocare...

Figlio mio, perché tu sei bianco e noi neri?

venerdì 6 febbraio 2026


 

ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΣ
Βαθύς ο Στοχασμός,
τα λόγια ακριβά και λίγα!
Πώς να σου γράψω μήνυμα;
Πώς να σου γράψω λόγια;
Πώς να σου πλέξω χρώματα και αρώματα μαζί;
Κλωστές παλιές και η τέχνη ξεχασμένη!
Παιγνίδια πάλι με το Νου, ο εχθρός μου,
με της βροχής τα δάκρυα, παλάτια χτίζει, πάλι.
Όνειρα πυρπολημένα, απ΄ τον καιρό,
και μονοπάτια άγραφα και αόριστα,
χωρίς αρχή και τέλος, μόνο ανήφορος.
Ξέχασα τους παλιούς τους δρόμους,
ξεπέρασα τα σύνορα του ορίζοντα!
Ψάχνω ακόμη ένα μικρό κ΄ απάνεμο λιμάνι,
Πέτρινο σπίτι, μικρό, με κήπο και πηγάδι,

και με με γλυκό νερό, αν βρεθεί.

Ψάχνω για γνώριμες φωνές, έστω και κουρασμένες,
ψάχνω χαμόγελο στα πρόσωπα τα γνώριμα.
Ψάχνω και πάντα ελπίζω, ίσως, να τα συναντήσω.
Να τα ξαναβρώ, πέρα από τον άλλο ορίζοντα...
Πρέπει ν΄ ανθίσουν τα φυτεμένα δένδρα,
πρέπει να μεγαλώσουν να κάμουν ίσκιους,
μεγάλους ίσκιους, να ξεκουράζομαι!
Μαζί με τα πουλιά και εγώ και οι διαβάτες,
οι κουρασμένοι, οι περαστικοί, οι ξυπόλυτοι, οι ξεχασμένοι...
Όλοι οι άλλη, χωρίς ονόματα και πανοπλίες ,
Oι Εργάτες του ατέλειωτου δρόμου της Ζωής !

domenica 1 febbraio 2026

 


Ο Γέρος, (και η σιωπή έχει αναμνήσεις)

 

Φωθιά στη παραθιά,

και ο Γέρος στη ξύλινη καθέγλα,

κάθεται και θυμάται, τα παλιά.

Τα νιάτα του,

τα γλέντια του,

του έρωτα τα χάδια.

Τα κάρβουνα σαλέβγει,

και τη φωθιά ρωτά, θέλει να μάθει.

Τα μυστικά του κόσμου,

τους κύκλους της ζωής,

του ήλιου τα καμώματα,

του ανέμου τα γυρίσματα...

Σιγοκοιμάται και ταξιδεύει ο Γέρος.

Τις θύμισες περνά στο κομπολόι,

μια, μια, σαν χάντρες κόκκινες,

σαν τις φουρτούνες της ζωής,

σαν το χορό της νύφης...

Σιγοκοιμάται και παίζει με τα κάρβουνα.

Του απαντά η φωθιά,

του δείχνει δρόμους άγνωρους,

θάλασσες και μονοπάτια,

λιμάνια ανεμόδερτα,

μπαχαρικά στον ήλιο να στεγνώνουν...

Και μυρωδιές και αρώματα!

Σιγοκοιμάται και ταξιδεύει ο Γέρος.

Οι φλόγες της φωθιάς τα μυστικά του λένε.

Σε άλλη γλώσσα, δυστυχώς,

άγνωστη και κλεμμένη.

Σιγοκοιμάται ο Γέρος, και θυμάται.

Παίζει με της φωθιάς τα κάρβουνα,

ακούει τις φλόγες και ταξιδεύει, πάλι!

g.s.d.

 

ΥΓ:  ''Ο Γέρος ακούει τις φλόγες και σε κάθε σπίθα σου δείχνει έναν κόσμο που δεν μπορεί να ξεχαστεί. Ακόμα και η σιωπή έχει αναμνήσεις''

mercoledì 7 gennaio 2026

 

Η ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ

 

Ελένη, Ελένη, γιατί κλαις;

Δεν σου αρέσουν τα χρώματα;

Δεν σου αρέσει το ηλιοβασίλεμα;

Όμορφα κόκκινα χρώματα είναι!

Χρώματα της Φωτιάς,

Χρώματα του Αίματος,

Χρώματα της Αγάπης.

Ανόητε, ξυπόλυτε διαβάτη!

Δεν είναι  ηλιοβασίλεμα.

Το Ίλιοv καίγεται, αίματα εναι

Ψυχές μες τους καπνούς χαροκοπούν!

Ελένη, Ελένη γιατί κλαις;

Ρώτησε τον καθρέπτη σου!

Ρώτησε τα όμορφα σου μάτια!

Ρώτησε τους προδομένους σου έρωτες!

Ελένη, Ελένη, γατί κλαις;

Ήθελες να γίνεις αιώνια, τα κατάφερες!

Δεν είναι δόξα η δική σου;

Έχασες και ξέχασες τον δρόμο σου.

Τα σταυροδρόμια δεν πάνε πουθενά!

Δεν ήσουνα Θεά,

Δεν ήσουνα ποιήτρια,

Ούτε του Οδυσσέα κόρη!

Ελένη, Ελένη, γιατί κλαις;

Χαμένα τα δάκρυα σου,

Χαμένα τα βήματα σου!

Είναι αργά Ελένη, πολύ αργά.

Η επιστροφή αδύνατη,

τα καράβια σου χωρίς πανιά.

Ξέχασες τον ορίζοντα της ζωή σου,

Ξέχασες τα μονοπάτια της Θάλασσας!

Ελένη, Ελένη, γιατί κλαις;

μην πιστεύεις αυτά που τραγουδούν,

στα παλιά ανάκτορα των νικητών,

πίνοντας  κόκκινο γλυκό κρασί, οι Αοιδοί!

Κανένας δεν πολέμησε για τα μάτια σου,

κανένας δεν δωσε το αίμα του για το κορμί σου.

Κανένας δεν πέρασε τον Αχέροντα για εσένα.

Σκοτώθηκαν για τα ψηλά της Τροίας τα Τείχη

Της Τροίας τα τείχη Ελένη, όχι για σένα!


γ.σ.δ.

 

Περιμένοντας τον Οδυσσέα!

Τώρα και χρόνια και πολύ καιρό,
εδώ, στα ψηλά τα βράχια, στο γκρεμό,
π
άνω από την βαθιά τη θάλασσα,
ξυπόλυτος και σιωπηλός κάθομαι.
K
άθομαι και περιμένω.
Κοιτάζω μακριά, πέρα απ' τον ορίζοντα,
μετρώ τις μέρες και τις νύχτες, ασταμάτητα.
Δεν έχω άλλο ρολόι, μόνο τα κύματα.
Τα πουλιά και οι γλάροι μου μιλούν,
μου φωνάζουν δυνατά, δεν θέλουν να κοιμηθώ!
M
ου λένε λόγια παλιά και τραγούδια ξεχασμένα.
Άγνωστες γλώσσες, δεν καταλαβαίνω.
K
άθομαι και περιμένω.
Έχω και ένα αδιάβαστο παλιό βιβλίο,
δίπλα μου, σε' ένα καλοπλεγμένο καλάθι,
μαζί με αμύγδαλα, καρύδια και χαρούπια.
Στη μέση ένα πήλινο μπουκάλι, ρακί γεμάτο.
K
άθομαι και περιμένω
Φοβούμαι ν'νοίξω το βιβλίο το παλιό.
Μου είπαν ότι έχει μέσα πολλά γραμμένα,
δεν όχι μόνο προσευχές!
Έχει γραμμένες τις μεγάλες προφητείες,
και τις αλήθειες της ζωής...
Μου είπαν ότι το έχει γράψει ένας γέρος,
κρυμμένος στην αιώνια σιωπή του,
σε μια σπηλιά γεμάτη άγνωστες σκιές.
Γραμμένο μόνο τις νύχτες και τις χαραυγές, λένε.
K
άθομαι και περιμένω.
Κοιτάζω μακριά και περιμένω.
Δεν θέλω άλλα όνειρα, τον Οδυσσέα περιμένω.
Να μάθω τις αλήθειες περιμένω!
Τις αλήθειες τις περιπέτειας!
Τις αλήθειες της ζωής!
Τις αλήθειες του θανάτου!
Του ταξιδιού τους δρόμους, τους κρυφούς!
Μόνο ένα φτερό του καρχαρία, είδα μια φορά,
πέρασε κοντά, έκαμε λίγους κύκλους και έφυγε.
Πέρασαν και κάποια σαπιοκάραβα,
με τα πολύχρωμα πανιά, μπαλώματα γεμάτα!
Πειρατικά, φορτωμένα με λήθης παπαρούνες,
για άλλα λιμάνια, πέρα από γνωστούς ορίζοντες.
Εγώ κάθομαι εδώ στα άγρια βράχια, πάνω από την θάλασσα.
Τον Οδυσσέα, κάθομαι και περιμένω.