Πόλεμος πάντων πατήρ
Περνώντας βιαστικά,
Δεν είδα, αλλά άκουσα να λένε!
Ένα παλικάρι, ξυπόλυτο και γονατιστό,
με τ' άρματα του στη σειρά, μπροστά του,
το ένα πλάι στο άλλα, στη γραμμή,
να προσεύχεται!
Όρθιος δίπλα του, μαυροφορεμένος,
ένας θρησκευτικός Λογόβγανε; καθήκον σου να κάμεις,
Υπέρ βωμών και εστιών!
Μην φοβάσαι, στον παράδεισο θα πας.
Αν ηρωικά την πόρτα θα περάσεις,
αγάλματα σου κάνουν, ίσως και ένα δρόμο,
στο όνομα σου!
Το παλικάρι σιωπηλό, ήταν μακριά,
με το νου και τα όνειρα του, ταξίδι πάει.
Έπινε ρακή, χόρευε, γελούσε, τραγουδούσε
στην αγκαλιά της νύφης!
Δεν είδα, αλλά άκουσα να λένε!
Ένα άλλο παλικάρι, μακριά, σε άλλο ξένο τόπο,
γονατιστό, με τ' άρματα του στη σειρά...
Όρθιος δίπλα του, ένας θρησκευτικός μαυροντυμένος
διάβαζε τους δικούς του νόμους.
Το καθήκον σου να κάμεις,
Υπέρ βωμών και εστιών!
Έκλεγε το παλικάρι, σιωπηλά,
έκλεγε και για το παλικάρι που ποτέ δεν γνώρισε!
Δεν είδα, αλλά άκουσα να λένε,
Για δυο Μανάδες, μαυροφορεμένες,
να δακρύζουν και να κλαίνε
γονατιστές μπροστά σε δυο παλιές φωτογραφίες ...




