Ο ΚΑΙΡΟΣ
Άκουσε μάτια μου.
Ο Θάνατος και η Ζωή,
αγκαλιασμένοι πάνε,
θερίζουν και αλωνίζουνε,
στους ανθισμένους κάμπους.
Λουλούδια και ψηλά δεντρά,
κόβουν και καταστρέφουν,
και ύστερα βάζουνε φωτιά και
αστροπελέκια ρίχνουν.
Άκουσε μάτια μου γλυκιά.
Στα αλώνια μέσα τα παλιά,
τα μαρμαροχτισμένα,
το αίμα και τα όνειρα,
δεμάτια καμωμένα.
Πονούν ψυχές,
πονούν καρδιές,
κλαίνε τα παλικάρια,
εγκλείσανε οι δρόμοι μας,
δεν έχει ούτε λαγκάδια.
Άκουσε μάτια μου καλά.
Ήρθανε η νύχτα και η βροχή,
Ήρθε και το χαλάζι,
εφύγανε και τα πουλιά,
και η γης αναστενάζει.
Στερέψανε τα δάκρυα,
και οι βρύσες εχαλάσαν,
ήρθε ο καιρός της μοναξιάς,
χωρίς ψυχή και πάθια.
Άκουσε μάτια μου όμορφα.
Πολλοί ανθρώποι ήρθανε,
πολλοί ανθρώποι εφύγαν,
στα παραμύθια τα παλιά,
ξεκούραση δεν βρήκαν.
Παιγνίδια επαίξαν τρομερά,
στα μαρμαρένια αλώνια,
πολλές φορές στο γόνατο εβάλανε το χάρο,
μα πάντοτε, στα ύστερα, εκείνος ενοικούσε.
Άκουσε μάτια μου.
Τον βάζουν κάτω μια φορά,
τον βάζουν κάτω δέκα,
τον βάζουν κάτω εκατό,
μ' αυτός πάντα νικούσε.
Και ύστερα γράψανε χαρτιά,
εγγράψαν και βιβλία,
όνειρα τα γεμίσανε, ελπίδες και χρυσάφι,
παλάτια εκάμανε πολλά,
στους ουρανούς τα χτίσαν.
Άκουσε μάτια μου όμορφα
Χωρίς αλέτρι και πανιά,
οργώσανε τον κόσμο,
στον ουρανό και τ'αστρα,
όνειρα εσπείραν και πολλές ελπίδες.
Αναστενάζει ο χάρος,
σκοτώνει ο χάρος και νικά,
πάντα νικά,
μα ανθρώποι δεν πεθαίνουν.
Γράφουν τραγούδια και όνειρα,
Στα δειλινά χορεύουν,
στα αλώνια τα παλιά,
και θύμησες σαν τα βουνά,
πλέκουν και τραγουδούνε.
Άκουσε αγάπη μου όμορφη
Ο Θάνατος και η Ζωή,
αγκαλιασμένοι πάνε,
με δάκρυα και όνειρα,
στιγμές, λιμάνι, ψάχνουν,
χωρίς αέρα, απάνεμο,
να δέσουν το καράβι,
να βρουν της λήθης το νερό,
να πιουν και να ξεχάσουν.
Άκουσε μάτια μου.
Ο Θάνατος και η Ζωή,
αγκαλιασμένοι πάνε,
θερίζουν και αλωνίζουνε,
στους ανθισμένους κάμπους.
Λουλούδια και ψηλά δεντρά,
κόβουν και καταστρέφουν,
και ύστερα βάζουνε φωτιά και
αστροπελέκια ρίχνουν.
Άκουσε μάτια μου γλυκιά.
Στα αλώνια μέσα τα παλιά,
τα μαρμαροχτισμένα,
το αίμα και τα όνειρα,
δεμάτια καμωμένα.
Πονούν ψυχές,
πονούν καρδιές,
κλαίνε τα παλικάρια,
εγκλείσανε οι δρόμοι μας,
δεν έχει ούτε λαγκάδια.
Άκουσε μάτια μου καλά.
Ήρθανε η νύχτα και η βροχή,
Ήρθε και το χαλάζι,
εφύγανε και τα πουλιά,
και η γης αναστενάζει.
Στερέψανε τα δάκρυα,
και οι βρύσες εχαλάσαν,
ήρθε ο καιρός της μοναξιάς,
χωρίς ψυχή και πάθια.
Άκουσε μάτια μου όμορφα.
Πολλοί ανθρώποι ήρθανε,
πολλοί ανθρώποι εφύγαν,
στα παραμύθια τα παλιά,
ξεκούραση δεν βρήκαν.
Παιγνίδια επαίξαν τρομερά,
στα μαρμαρένια αλώνια,
πολλές φορές στο γόνατο εβάλανε το χάρο,
μα πάντοτε, στα ύστερα, εκείνος ενοικούσε.
Άκουσε μάτια μου.
Τον βάζουν κάτω μια φορά,
τον βάζουν κάτω δέκα,
τον βάζουν κάτω εκατό,
μ' αυτός πάντα νικούσε.
Και ύστερα γράψανε χαρτιά,
εγγράψαν και βιβλία,
όνειρα τα γεμίσανε, ελπίδες και χρυσάφι,
παλάτια εκάμανε πολλά,
στους ουρανούς τα χτίσαν.
Άκουσε μάτια μου όμορφα
Χωρίς αλέτρι και πανιά,
οργώσανε τον κόσμο,
στον ουρανό και τ'αστρα,
όνειρα εσπείραν και πολλές ελπίδες.
Αναστενάζει ο χάρος,
σκοτώνει ο χάρος και νικά,
πάντα νικά,
μα ανθρώποι δεν πεθαίνουν.
Γράφουν τραγούδια και όνειρα,
Στα δειλινά χορεύουν,
στα αλώνια τα παλιά,
και θύμησες σαν τα βουνά,
πλέκουν και τραγουδούνε.
Άκουσε αγάπη μου όμορφη
Ο Θάνατος και η Ζωή,
αγκαλιασμένοι πάνε,
με δάκρυα και όνειρα,
στιγμές, λιμάνι, ψάχνουν,
χωρίς αέρα, απάνεμο,
να δέσουν το καράβι,
να βρουν της λήθης το νερό,
να πιουν και να ξεχάσουν.
γ.σ.δ.
στην Μαρία
μας
Nessun commento:
Posta un commento