ΤΟ ΑΡΓΑΣΤΉΡΙ
Με κλωστές μεταξωτές,
Με κλωστές χρωματιστές,
μαζί σφιχτά δεμένες με το χαμόγελο,
έγραφε ιστορίες η Μάνα μου.
Με τη σαΐτα και το χτένι,
χτυπούσε και έπλεκε πουλιά,
καράβια με πανιά στη θάλασσα,
πολεμιστές, λουλούδια και όνειρα,
στο αργαστήρι απάνω, με το χαμόγελο.
Όλα καλά κρατούσε, με το βάρος του,
του κανονιού το βόλι το μεγάλο,
παλιό και χαλασμένο, τούρκικο.
Τώρα σιωπή!
Σταμάτησε το χτένι και οι σαΐτες άδειες είναι.
Κοπήκανε οι κλωστές!
Του κανονιού το βόλι το παλιό,
στην άκρα πεταμένο, άχρηστο πια
Κακός αέρας του βορρά, μια νύχτα,
έκοψε τις κλωστές και χάλασε τα ξόμπλια,
πήρε τα όνειρα μακριά, στον ουρανό.
Τώρα σιωπή!
Το αργαστήρι μοναχό, ξυπνά την νύχτα, μοναχό,
ψάχνει, ψάχνει την Μάνα μου.
Παντού σκιές χαλάσματα και μοναξιά.
Τώρα σιωπή, μόνο σιωπή!
γ.σ.δ.

Nessun commento:
Posta un commento